Εκτύπωση

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ Α´2

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Θεός ἐπί γῆς, ἄνθρωπος ἐν οὐρανῷ»
Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 84-89
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»
 

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Α´ -1

16Hristougenna 02ῶς ἀντέδρασε ὁ Ἰωσήφ μέ τό πού ἔμαθε γιά τήν ἐγκυμοσύνη τῆς Παρθένου Μαρίας; «Ἰωσήφ δέ ὁ ἀνήρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν» (Ματθ. α´ 19). Ὅπως βλέπουμε, ἐνήργησε σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔκανε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τουλάχιστον αὐτός εἶχε ἀποκαλυφθεῖ στούς Ἰσραηλίτες. Ἐνήργησε ὅμως καί μέ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ σοφός Σολομών προειδοποιεῖ: «Μή δικαιοῦ ἔναντι Κυρίου». Μήν ἐφαρμόζεις σκληρή δικαιοσύνη σ᾿ αὐτούς πού ἁμάρτησαν. Νιῶσε τή δική σου ἀδυναμία, τίς δικές σου ἁμαρτίες, καί προσπάθησε νά ἐλαφρύνεις τή δικαιοσύνη σου πρός τούς ἁμαρτωλούς. Ἐμποτισμένος μέ τέτοιο πνεῦμα ὁ Ἰωσήφ, δέν ἤθελε νά παραδώσει στή δικαιοσύνη τήν Παρθένο Μαρία γιά τήν ἁμαρτία πού ὑποπτευόταν. Καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. Ἡ πρόθεσή του αὐτή μᾶς δείχνει τί ὑποδειγματικός ἄνθρωπος ἦταν ὁ Ἰωσήφ. Ὑποδειγματικός στή δικαιοσύνη καί τό ἔλεος, ὅπως τόν ἤθελε τό πνεῦμα τοῦ παλιοῦ νόμου. Γιά τόν Ἰωσήφ ὅλα ἦταν ἁπλά καί καθαρά, ὅπως στήν ψυχή κάθε θεοφοβούμενου ἀνθρώπου.
Αὐτά σκεφτόταν ὁ Ἰωσήφ. Βρῆκε ἕναν πολύ κατάλληλο τρόπο γιά νά δώσει λύση στό πρόβλημα. Ξαφνικά ὅμως ἐπενέβη ὁ οὐρανός στό σχέδιό του δέχτηκε μιά ἀναπάντεχη ἐντολή: «Ταῦτα δέ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδού ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσήφ, υἱός Δαυΐδ, μή φοβηθεῖς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκά σου· τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου» (Ματθ. α´ 20). Ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ πού λίγο νωρίτερα εἶχε ἀνακοινώσει στήν Παρθένο τήν ἔλευση τοῦ Θεανθρώπου στόν κόσμο, τώρα ἔρχεται νά ξεκαθαρίσει σ᾿ αὐτόν τά πράγματα. Ἡ ἀμφιβολία τοῦ Ἰωσήφ ἦταν ἕνα ἐμπόδιο σ᾿ αὐτό τό σχέδιο. Ἔνα μεγάλο καί ἐπικίνδυνο ἐμπόδιο πού πρέπει νά παραμεριστεῖ. Γιά νά δείξει πόσο εὔκολο εἶναι γιά τίς οὐράνιες δυνάμεις νά κάνουν πράγματα πού εἶναι πολύ δύσκολα γιά τούς ἀνθρώπους, ὁ ἄγγελος δέν τοῦ ἐμφανίστηκε σέ ὅραμα, ἀλλά στόν ὕπνο του, σέ ὄνειρο. Μέ τά λόγια αὐτά στόν Ἰωσήφ, τόν υἱό τοῦ Δαβίδ, ὁ ἄγγελος θέλησε ἀπό τή μιά νά τόν ἐπιβραβεύσει κι ἀπό τήν ἄλλη νά τόν προειδοποιήσει. Σάν ἀπόγονος τοῦ Βασιλιᾶ Δαβίδ πρέπει νά χαρεῖς περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον ἄνθρωπο γιά τό μυστήριο αὐτό καί πρέπει νά τό κατανοήσεις καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον.
Γιατί ὅμως ὁ ἄγγελος ἀποκαλεῖ τήν Παρθένο γυναίκα του; Μή φοβηθεῖς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκά σου, τοῦ εἶπε. Μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὁ Κύριος εἶπε στή μητέρα Του ἀπό τό σταυρό: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου», καί στό μαθητή Του, «ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάν. ιθ´ 26-27). Ὁ οὐρανός δέ λέει παραπανίσια λόγια. Κι ἄν αὐτό δέν ἦταν ἀπαραίτητο, γιατί νά τό πεῖ ὁ ἄγγγελος; Ἄν τό γεγονός ὅτι ὁ ἄγγελος ἀποκάλεσε τή Μαρία γυναίκα τοῦ Ἰωσήφ ἔχει γίνει πέτρα σκανδάλου σέ μερικούς ἄπιστους, αὐτό εἶναι μιά ἄμυνα τῆς ἁγνότητας ἐναντίον τῆς ἀνηθικότητας. Γιατί τά λόγια τοῦ Θεοῦ δέν ἀπευθύνονται μόνο σέ ἀνθρώπους, ἀλλά σ᾿ ὅλους τούς κόσμους, ἀγαθούς καί πονηρούς. Ἐκεῖνος πού θέλει νά εἰσχωρήσει στήν καρδιά τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, τότε θά πρέπει νά βλέπει καί μέ τό μάτι τοῦ Θεοῦ ὅλα τά πράγματα, ὁρατά καί ἀόρατα.
«Τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου». Αὐτή εἶναι θεϊκή ἐνέργεια, ὄχι ἀνθρώπινη. Μήν προσέχεις τή φύση, μή φοβᾶσαι τούς νόμους της. Αὐτή εἶναι ἐνέργεια Ἐκεῖνου πού εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τή φύση, ἰσχυρότερος ἀπό τό νόμο. Χωρίς αὐτόν δέ θά ὑπῆρχε φύση, οὔτε καί νόμος της βέβαια.

Ἀπ᾿ ὅσα εἶπε ὁ ἄγγελος στόν Ἰωσήφ εἶναι φανερό πώς ἡ Παρθένος Μαρία δέν τοῦ εἶχε πεῖ τίποτα γιά τήν προηγούμενη συνάντησή της μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Εἶναι φανερό ἐπίσης πώς τώρα, πού ὁ Ἰωσήφ θέλησε νά τήν διώξει, δέ δικαιολογήθηκε μέ κανένα τρόπο. Τό μήνυμα τοῦ ἀγγέλου, ὅπως κι ὅλα τά οὐράνια μυστήρια πού τῆς ἀποκαλύπτονταν στή συνέχεια, ἡ Μαρία τά «Διετήρει…ἐν τῇ καρίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β´ 51). Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ κι ἡ ὑπακοή της σ᾿ Αὐτόν τήν ἔκαναν νά μήν τή νοιάζει ἄν ταπεινώνεται μπροστά στούς ἀνθρώπους. «Ἄν τά βάσανά μου εἶναι εὐάρεστα στό Θεό, γιατί νά μήν τά ὑπομείνω;» ἔλεγε κάποιος ἀπό τούς ἁγίους Μάρτυρες ἀργότερα. Ἡ πάναγνη Παρθένος πού ζοῦσε μέ ἀδιάλειπτη προσευχή καί θεωρία τοῦ Θεοῦ σίγουρα θά μποροῦσε νά πεῖ: «Ἄν ἡ ταπείνωσή μου εἶναι εὐάρεστη στό Θεό, γιατί νά μήν τήν ὑπομείνω; Μοῦ ἀρκεῖ νά εἶμαι δίκαιη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ἐτάζει καρδίας, κι ὁ κόσμος ἄς μοῦ συμπεριφερθεῖ ὅπως θέλει». Γνώριζε καλά πώς ὁ κόσμος δέ θά μποροῦσε νά τῆς κάνει τίποτα ἄν ὁ Θεός δέν τό ἐπέτρεπε. Τί γνήσια ταπείνωση εἶναι αὐτή, τί θαυμαστή ἀφοσίωση στό θέλημά Του! Ἀλλά καί τί ἡρωικό φρόνημα διακρίνει κανείς σέ μιά λεπτή κι εὐαίσθητη παρθένο!
Οἱ ἁμαρτωλοί, σήμερα ὅπως καί παλιά, καλοῦν ψευδομάρτυρες γιά νά τούς δικαιώσουν. Ἡ Παρθένος Μαρία, ἀντίθετα, δέν εἶχε κανέναν ἄνθρωπο νά μαρτυρήσει ὑπέρ της, ἀλλά οὔτε καί προσπάθησε νά δικαιολογηθεῖ. Μάρτυρα εἶχε μόνο τόν παντοδύναμο Θεό. Δέν ταράχτηκε, ἔμεινε ἤρεμη καί σιωπηλή. Περίμενε μόνο τό Θεό νά τήν δικαιώσει, ὅποτε Ἐκεῖνος τό ἔκρινε. Κι ὁ Θεός δέν ἄργησε νά δικαιώσει τήν ἐκλεκτή Του. Ὁ ἴδιος ἄγγελος πού τῆς εἶχε ἀποκαλύψει τό μέγα μυστήριο τῆς σύλληψής της, ἔσπευσε τώρα νά μιλήσει ἐκ μέρους τῆς σιωπηλῆς Παρθένου. Κι ἀφοῦ ἐξήγησε στόν Ἰωσήφ ὅσα εἶχαν προηγηθεῖ, ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ προχώρησε καί τοῦ ἐξήγησε αὐτό πού ἔπρεπε νά γίνει:
«Τέξεται δέ υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α´ 21). Λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Δέν εἶπε ὁ ἄγγελος, θά σοῦ κάνει γιό, ἀλλά τέξεται, θά γεννήσει. Γιατί ὁ υἱός αὐτός δέν προοριζόταν μόνο γιά ἐκεῖνον, ἀλλά καί γιά τόν κόσμο ὁλόκληρο». Ὁ ἄγγελος εἶπε στόν Ἰωσήφ νά φερθεῖ στό Νεογέννητο σά νά ᾿ταν πραγματικός του πατέρας. Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ, τοῦ εἶπε. «Ἰησοῦς» σημαίνει «Σωτήρ». Γι᾿ αὐτό κι ἡ ἑπόμενη παράγραφος ἀρχίζει μέ τό «αὐτός γάρ», πού εἶναι αἰτιολογικό. Γιατί Αὐτός θά σώσει. Ἐξηγεῖ ἔτσι γιατί παίρνει τήν ἐντολή νά τόν ὀνομάσει Ἰησοῦ, δηλαδή Σωτήρα.
Ὁ ἀρχάγγελος εἶναι ἀληθινός ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ. Αὐτά πού λέει, τοῦ τά εἶπε ὁ Θεός. Βλέπει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτόν ἡ φύση κι οἱ νόμοι της εἶναι σά νά μήν ὑπάρχουν. Τό μόνο πού γνωρίζει εἶναι ἡ παντοδυναμία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὅπως κάποτε τή γνώριζε κι ὁ Ἀδάμ. Λέγοντας «αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν», ὁ ἀρχάγγελος ἀποκάλυψε τό μέγιστο ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἔπρεπε νά ἔρθει γιά νά σώσει τόν κόσμο ὄχι ἀπό κάποιο ἐξωτερικό κακό ἀλλά ἀπό τό μέγιστο κακό: τήν ἁμαρτία. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ πηγή κάθε κακοῦ στόν κόσμο. Ὁ Χριστός ἦρθε γιά νά σώσει τό δέντρο τῆς ἀνθρωπότητας ὄχι ἀπό κάποιο πλῆθος κάμπιες πού κατατρώγουν τά φύλλα του κάθε χρόνο, ἀλλά ἀπό τό σκουλήκι πού καταστρέφει τίς ρίζες του καί τό μαραίνει. Δέν ἦρθε γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τούς ἀνθρώπους, τό λαό ἀπό τούς λαούς, ἀλλά νά σώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους κι ὅλους τούς λαούς ἀπό τό σατανά, τόν σπορέα κι ἀρχηγό τῆς ἁμαρτίας. Δέν ἦρθε σάν τούς Μακκαβαίους ἤ τόν Βαραββά γιά νά ξεσηκώσει ἐπανάσταση ἐναντίον τῶν Ρωμαίων πού καταπίεζαν τούς Ἰσραηλίτες καί τούς δυνάστευαν. Ἦρθε ὡς ἀθάνατος καί παγκόσμιος γιατρός, μπροστά στόν Ὁποῖο ἔρχονταν Ἰσραηλίτες καί Ρωμαῖοι, Ἕλληνες καί Αἰγύπτιοι κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοί τῆς γῆς, ἄρρωστοι καί ταλαίπωροι, γιά ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τόν ἕνα καί μόνο ἰό: τήν ἁμαρτία. Ὁ Χριστός ἐκπλήρωσε ἀργότερα στό ἀκέραιο τήν προφητεία τοῦ ἀρχάγγελου. «Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι», ἦταν ἡ νικηφόρα διακήρυξή Του σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας διακονίας Του στούς ἀνθρώπους. Τά λόγια αὐτά περιέχουν μέσα τους τόσο τή διάγνωση τῆς ἀρρώστιας ὅσο καί τή θεραπεία. Ἁμαρτία εἶναι ἡ διάγνωση τῆς ἀρρώστιας. Ἄφεση ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ θεραπεία. Ὁ Ἰωσήφ ἦταν ὁ πρῶτος θνητός τῆς Νέας Κτίσης πού ἀξιώθηκε νά γνωρίσει τόν ἀληθινό σκοπό τῆς ἔλευσης τοῦ Μεσσία καί τήν ἀληθινή φύση τῆς διακονίας Του.
Αὐτά πού εἶπε ὥς τώρα ὁ ἀρχάγγελος στόν Ἰωσήφ ἦταν ἀρκετα γιά νά τόν κάνουν νά ὑπακούσει στήν καινούργια καί ἄμεση αὐτή ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ν᾿ ἀφήσει κατά μέρος κάθε σκέψη πού εἶχε κάνει γιά ν᾿ ἀπομακρύνει τή Μαρία. Ὁ οὐρανός διατάζει κι ὁ Ἰωσήφ ὑπακούει. Αὐτός ὅμως δέν εἶναι ἕνας συνηθισμένος τρόπος γιά τόν οὐρανό, νά δίνει δηλαδή ἐντολές στούς ἀνθρώπους χωρίς νά καταφύγει στήν κατανόησή τους καί νά ζητήσει τήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τους. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς Δημιουργίας εἶναι φανερό πώς ὁ Θεός ἤθελε τόν ἄνθρωπο νά ἐνεργεῖ μέ ἐλεύθερη θέληση, νά ᾿ναι ἐλεύθερη ὕπαρξη. Στήν ἐλευθερία, στήν ἐλεύθερη ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Χωρίς ἐλευθερία ὁ ἄνθρωπος θά ᾿ταν μόνο ἕνα μηχανικό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἐνεργούμενό Του, πού θά λειτουργοῦσε μόνο μέ τή θέληση καί τή δύναμή Του. Ὑπάρχουν πολλά τέτοια πλάσματα τοῦ Θεοῦ στή φύση. Γιά τόν ἄνθρωπο ὅμως προόρισε μιά ξεχωριστή θέση, ἦταν ἐλεύθερος νά πιστεύει στό Θεό ἤ νά στραφεῖ ἐναντίον Του, νά ζήσει ἤ νά πεθάνει. Ἦταν μιά πολύ τιμητική θέση, ἀλλά ταυτόχρονα καί πολύ ἐπικίνδυνη. Ἡ ἐντολή πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν Ἀδάμ δέν ἦταν κάτι ἁπλό: «Ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῆ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ». Καί πρόσθεσε στή συνέχεια: «ᾗ δ᾿ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. β´ 16-17). Μέ τήν τελευταία αὐτή φράση ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τήν ἀφορμή νά κατανοήσει γιατί δέν ἔπρεπε νά φάει ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό. «ᾗ δ᾿ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».
Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἐνεργεῖ τώρα ὁ ἄγγελος στόν Ἰωσήφ. Ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε τήν ἐντολή νά κρατήσει τή Μαρία καί νά μήν τήν ἐγκαταλείψει, ἀφοῦ τοῦ ἐξήγησε πώς ὁ καρπός τῆς παρθενικῆς κοιλιᾶς ἦταν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ὁ ἀρχάγγελος θυμίζει στόν Ἰωσήφ ὅσα προφήτεψε ὁ μέγας προφήτης: «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» (Ἡσ. ζ´ 14). Καί ὁ Ματθαῖος δίνει στή συνέχεια τήν ἐξήγηση: «ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ματθ. α´ 23).